Ο ήχος του όπλου
Ο ήχος του όπλου

Ο ήχος του όπλου

Παραμονές των εκλογών του 1985 η μητέρα του Μιχάλη, η Κάτια, Αθηναία δημότης έρχεται στην Αθήνα από την επαρχία για να ψηφίσει  διαταράσσοντας την καθημερινότητα του δεκαεννιάχρονου γιού της Μιχάλη.
Από την παλιά της φίλη Μαρίκα μαθαίνει πως ο Μιχάλης έχει εγκαταλείψει τη βιομηχανική σχολή, στην οποία φοιτάκαι πως ετοιμάζεται να φύγει για την Αμερική, αφήνοντας πίσω την κοπέλα του Φανή, που είναι έγκυος. Στην προσπάθεια της να μεταπείσει τον Μιχάλη έρχεται αντιμέτωπη μαζί του. Εκείνος την απειλεί ότι θα αυτοκτονήσει με ένα παράνομο όπλο, που βρέθηκε στα χέρια του από μια μυστήρια ιστορία παρανομίας, στην οποία φέρεται να είναι μπλεγμένος ο δεκαεξάχρονος αδελφός της Φανής Γιαννούκος. Μπροστά στη θέα του όπλου και στην επικείμενη εκπυρσοκρότηση, που όμως δε θα ακουστεί ποτέ, η Κάτια πέφτει νεκρή.

Η συγγραφέας σκιαγραφεί τα πρόσωπα ως εξής: [1]  «Θέλουν να είναι ελεύθερα. Παρ’ όλες τις παγιδευτικές προδιαγραφές. Έστω να θέλουν να αισθάνονται ελεύθερα. Να το θέλουν περισσότερο από κάθε τι. Και ίσως αυτό μονάχα τους αρκεί». Η Σακελλαρίδου [2] συγκρίνει το αίσθημα της ανίας, από το οποίο υποφέρει ο Μιχάλης στον Ήχο του Όπλου με τη βαθιά παραίτηση, που βιώνει ο Παύλος στην Κασέτα. Αντίθετα, από τον Μιχάλη, ο Γιαννούκος προσδίδοντας τρομερές διαστάσεις στην ιστορία με το όπλο συναντιέται κι αυτός με τον Παύλο της Κασέτας αναζητώντας με τη σειρά του τη Μεγάλη Πράξη.

Με ηχητικό φόντο το θόρυβο της προεκλογικής εκστρατείας τα πρόσωπα προσπαθούν να επικοινωνήσουν και να εκφράσουν τις ανάγκες και τα ιδανικά τους το ένα στο άλλο.Μόνο που οι ανάγκες τους αυτές δεν είναι συλλογικά αποδεκτές. Σημειώνει η συγγραφέας: [3] « Ταυτίζουμε πάντα τα ιδανικά με κάτι υψηλό. Όμως το ιδανικό είναι νόημα ζωής.Το να αποφασίσεις ξαφνικά, να μη δουλέψεις, να μην σπουδάσεις, να μην κάνεις τίποτα και να κάτσεις να «ψαχτείς», μπορεί να είναι ένα ιδανικό πολύτιμο γι’ αυτόν που το έχει. Σίγουρα τέτοιο ιδανικό δεν υπάρχει πουθενά στην ιστορία. Είναι όμως το δικό τους και το υπερασπίζονται».

Αυτή η άμυνα είναι που προκαλεί μια σειρά  από δραματουργικές εντάσεις με ένα όπλο- να κυριαρχεί βουβά από σκηνή σε σκηνή. «Ωστόσο, το όπλο – όπως σημειώνει ο Τάσος Λιγνάδης [4]  – ως οργανικό στοιχείο αν και βαίνει παραλλήλως με τη «στοιχειώδη» υπόθεση, κρατάει ανοιχτό το ενδιαφέρον του θεατή, ο οποίος περιμένει να εκδηλωθεί από στιγμή σε στιγμή η σχέση του με το θέμα.
Η εκδήλωση αυτή, κατά τρόπο συμβολικού αιφνιδιασμού, γίνεται στο τέλος του έργου και μάλιστα χωρίς καμία ρητορική εκπυρσοκρότηση. Η γράφουσα τελειώνει το έργο της όχι με μία λύση, αλλά κατά τρόπο ιψενικό [5], με ένα δεινό κοινωνικό ερώτημα.. η Αναγνωστάκη υποβαθμίζει τη σύσταση των πραγμάτων για να εξάρει τη σύσταση των προσώπων». Ο Κάρολος Κουν, του οποίου ο Ήχος του Όπλου αποτέλεσε και την τελευταία σκηνοθεσία του, κάνει από την πλευρά του τσεχοφικές αναγωγές διαπιστώνοντας: [6] « Τις προάλλες σκεφτόμουν πόσο κοντά είναι η δουλειά μου στον Ήχο του όπλου με τα κείμενα της τσεχοφικής δημιουργίας (..) Σίγουρα είναι ένα μεγάλο ελληνικό έργο, που χτίζεται από πολύ μικρά πράγματα. Διαθέτει, παράλληλα, ευαισθησίες άπειρες, ποίηση αλλά και κωμικά στοιχεία. Και μέσα από την ελαφράδα του ξυπνούν οι δραματικές καταστάσεις. Οι σκηνές δεν έχουν κλιμάκωση. Μοιάζουν με πλάνα που πηγαινοέρχονται, χωρίς καθορισμένο τελείωμα. Όλες, όμως, όπως, και το τέλος κλείνουν αναπάντεχα».

Επιπλέον, τονίζει ο Κουν πως «η γλώσσα που χρησιμοποιείται δίνει το στίγμα της εποχής» και αναρωτιέται, αν και ο γιός της συγγραφέως Θανάσης είχε τότε την ηλικία του δεκαεξάχρονου Γιαννούκου, οπότε θα μπορούσε να της είχε μεταφέρει ένα μέρος έστω της γλώσσας της εποχής «πού την έμαθε η Λούλα Αναγνωστάκη τούτη την ορολογία που τα ακούσματα της χαρακτηρίζουν τους νέους των Εξαρχείων και των νυχτερινών διασκεδάσεων». Στη συνέχεια ο κορυφαίος σκηνοθέτης παρατηρεί: «Τέλμα, Αδιέξοδο. Όπως όλα τα πράγματα που μας περιτριγυρίζουν ασφυκτικά. Και η ανάγκη να αρπαχθείς από την άκρη ενός ονείρου και να επιζήσεις, ανύπαρκτη. Η σοφία αποκτιέται, εξάλλου, όταν δεν είναι πια αναγκαία…».

[1]  Λούλα Αναγνωστάκη, Ο Ήχος Της Ζωής, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2006, σ. 20.
[2] Εlisabeth Sakellaridou, levels of Vicitmation in the Plays of Loula Anagnostaki, Journal of Modern Greek Studies, 14 (1), Mάιος 1996, σς. 103 -122.
[3] Λούλα Αναγνωστάκη, Ο Ήχος Της Ζωής, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2006, σ.30.
[4]  Τάσος Λιγνάδης, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Αθήνα, 1η Μαρτίου 1987.
[5]  Ο Ερρίκος Ίψεν (Henrik Ibsen, 20 Μαρτίου1828 – 23 Μαΐου 1906) ήταν Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας
[6]  Από συνέντευξη του στην Ελένη Πετάση για το ΒΗΜΑ, στις 8 Φεβρουαρίου 1987, έξι μέρες μόλις πριν το θάνατό του.